Μετάφραση του "ceramik" σε Ελληνικά

Το κεραμουργός είναι η μετάφραση του "ceramik" σε Ελληνικά.

ceramik noun masculine

artysta lub technik pracujący w przemyśle ceramicznym

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεραμουργός

    παρασκευαστής αντικειμένων από πηλό

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ceramik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ceramik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ceramik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη