Μετάφραση του "cewka" σε Ελληνικά

Οι πηνίο, αγωγός, οπλισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cewka" σε Ελληνικά.

cewka noun feminine γραμματική

elektr. zwój izolowanego przewodu elektrycznego, stosowany w urządzeniach elektrotechnicznych i radiotechnicznych; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πηνίο

    noun neuter

    Poprzednia cewka sprzęgająca określa kierunek jazdy, jaki będzie uwzględniany przez następną pętlę.

    Κάποιο προηγούμενο πηνίο σύζευξης καθορίζει την κατεύθυνση διαδρομής που πρέπει να επηρεασθεί από τον επόμενο βρόχο.

  • αγωγός

    noun masculine
  • οπλισμός

    noun
  • σωλήνας

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cewka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Cewka
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πηνίο

    εξάρτηματα των ηλεκτρικών κυκλωμάτων

    Cewka sprzęgająca pojazdu, zamontowana na wózku, odbierająca dane z linii.

    Το πηνίο σύζευξης του οχήματος, τοποθετημένο στο φορείο, το οποίο λαμβάνει δεδομένα από τη γραμμή.

Εικόνες με "cewka"

Φράσεις παρόμοιες με "cewka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cewka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη