Μετάφραση του "charakter" σε Ελληνικά
Οι χαρακτήρας, φύση, γράμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "charakter" σε Ελληνικά.
psych. zespół cech psychicznych danej osoby [..]
-
χαρακτήρας
noun masculinepsych. psychologia zespół cech psychicznych danej osoby [..]
Po drugie, „obowiązkowy charakter” może również odnosić się do terytorialnego zakresu ochrony wynikającej z dyrektywy.
Δεύτερον, ο «υποχρεωτικός χαρακτήρας» μπορεί να αναφέρεται στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της προστασίας που απορρέει από την οδηγία.
-
φύση
noun feminineMoim zdaniem charakter roszczenia rzeczywiście jest oparty na umowie, nie zaś na czynie niedozwolonym.
Κατά τη γνώμη μου, η φύση της αξιώσεως είναι πράγματι συμβατική και όχι εξ αδικοπραξίας.
-
γράμμα
noun neuterJednakże z treści tego przepisu nie wynika, że rozstrzygnięcie to ma charakter wiążący.
Όμως, το γράμμα του εν λόγω άρθρου δεν προβλέπει ότι αυτά τα συμπεράσματα είναι δεσμευτικά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διάθεση
- επίπεδο βαθμού ασφαλείας
- ευαισθησία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " charakter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "charakter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κακός
-
γράψιμο
-
χαρακτηριστικό γνώρισμα
-
γενική διοικητική εντολή