Μετάφραση του "chciwy" σε Ελληνικά

Οι άπληστος, πλεονέκτης, τσιγκούνης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chciwy" σε Ελληνικά.

chciwy adjective masculine γραμματική

taki, który odznacza się chciwością [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • άπληστος

    adjective masculine

    taki, który odznacza się chciwością [..]

    Twój chciwy ojciec nie chce kochającej córki tylko bogatą.

    Ο άπληστος πατέρας σου δεν θέλει μια αγαπημένη κόρη αλλά μια πλούσια.

  • πλεονέκτης

    taki, który odznacza się chciwością [..]

    Może jeden z klientów zrobił się chciwy.

    Ίσως κάποιος πελάτης ήταν πλεονέκτης.

  • τσιγκούνης

    adjective masculine

    Zdałem sobie sprawę, że przez całe życie byłem chciwy.

    Κατάλαβα ότι ήμουν τσιγκούνης σε όλη μου τη ζωή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λαίμαργος
    • φιλάργυρος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chciwy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chciwy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη