Μετάφραση του "chmiel" σε Ελληνικά

Οι λυκίσκος, λυκίσκοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chmiel" σε Ελληνικά.

chmiel noun masculine γραμματική

bot. Humulus L., rodzaj roślin pnących z rodziny konopiowatych; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυκίσκος

    noun masculine

    bot. pot. roślina z rodzaju [..]

    W całej Unii stosowana jest polityka utrzymania jakości produktów sektora chmielu.

    Σε ολόκληρη την Ένωση επιδιώκεται πολιτική ποιότητας όσον αφορά τα προϊόντα στον τομέα του λυκίσκου.

  • λυκίσκοι

    noun masculine

    Zbiór chmielu, w zależności od odmiany, odbywa się od końca sierpnia do połowy września.

    Ανάλογα με την ποικιλία, οι λυκίσκοι συγκομίζονται από το τέλος Αυγούστου έως τα μέσα Σεπτεμβρίου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chmiel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Chmiel Proper noun noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

"Chmiel" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Chmiel στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "chmiel"

Φράσεις παρόμοιες με "chmiel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chmiel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη