Μετάφραση του "choroba" σε Ελληνικά

Οι ασθένεια, αρρώστια, νόσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "choroba" σε Ελληνικά.

choroba noun feminine γραμματική

med. wet. odstępstwo od stanu określanego jako pełnia zdrowia organizmu; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασθένεια

    noun feminine

    μη φυσιολογική κατάσταση που επηρεάζει ένα οργανισμό [..]

    Zniszczenie produktów w wyniku niekorzystnych zjawisk klimatycznych lub chorób nie jest jednak uważane za niezbieranie.

    Ωστόσο, η καταστροφή των προϊόντων που προκαλείται από τις καιρικές συνθήκες ή ασθένεια δεν θεωρείται ως μη συγκομιδή.

  • αρρώστια

    noun feminine

    med. wet. odstępstwo od stanu określanego jako pełnia zdrowia organizmu; [..]

    I znalazł się sposób by wygnać chorobę ze stada.

    Και η γυναίκα βρήκε κάτι για να διώξει την αρρώστια απ'το κοπάδι.

  • νόσος

    noun feminine

    med. wet. odstępstwo od stanu określanego jako pełnia zdrowia organizmu; [..]

    Wykrywanie i leczenie rzadkich chorób jest szczególnie kosztowne.

    Οι μέθοδοι διάγνωσης και η θεραπεία των σπάνιων νόσων είναι εξαιρετικά δαπανηρές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πάθηση
    • νόσημα
    • αδυναμία
    • αγάπη
    • αηδία
    • ανησυχία
    • αρρώστεια
    • νοσήματα (παθήσεις)
    • στοργή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " choroba " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "choroba"

Φράσεις παρόμοιες με "choroba" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "choroba" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη