Μετάφραση του "chronoskop" σε Ελληνικά

Οι χρονογράφος, χρονοσκόπιο, χρονόμετρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "chronoskop" σε Ελληνικά.

chronoskop noun masculine

czasomierz sterowany pośrednio przez zjawisko, które ma zmierzyć [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρονογράφος

    noun
  • χρονοσκόπιο

    noun
  • χρονόμετρο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " chronoskop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "chronoskop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη