Μετάφραση του "codzienny" σε Ελληνικά

Οι καθημερινός, ημερήσια, κοινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "codzienny" σε Ελληνικά.

codzienny adjective masculine γραμματική

powtarzający się z pewną regularnością każdego dnia [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθημερινός

    adjective

    powtarzający się z pewną regularnością każdego dnia

    Większość osób pisze o swoim codziennym życiu.

    Οι περισσότεροι άνθρωποι γράφουν για την καθημερινή τους ζωή.

  • ημερήσια

    Obornik stały jest usuwany ręcznie z podłogi pełnej codziennie.

    Η στερεή κοπριά αφαιρείται χειροκίνητα από τους χώρους με συμπαγές δάπεδο σε ημερήσια βάση.

  • κοινός

    adjective masculine

    Jeżeli mamy zachować różnorodność biologiczną - musi to stać się codzienną praktyką.

    Εάν θέλουμε η βιοποικιλότητα να διατηρηθεί, αυτό πρέπει να καταστεί κοινή πρακτική.

  • συνηθισμένος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " codzienny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "codzienny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "codzienny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη