Μετάφραση του "coniunctivus" σε Ελληνικά

Το υποτακτική έγκλιση είναι η μετάφραση του "coniunctivus" σε Ελληνικά.

coniunctivus noun masculine

p. koniunktiwus; w koniugacji; tryb łączony, warunkowy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποτακτική έγκλιση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " coniunctivus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "coniunctivus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη