Μετάφραση του "coroczny" σε Ελληνικά

Οι ετήσιος, χρονιάτικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "coroczny" σε Ελληνικά.

coroczny adjective masculine γραμματική

powtarzający się co roku [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ετήσιος

    adjective

    powtarzający się co roku

    Wykaz odmian jest przygotowywany corocznie i przekazywany producentom.

    Ο κατάλογος των ποικιλιών είναι ετήσιος και διανέμεται στους παραγωγούς.

  • χρονιάτικος

    adjective

    powtarzający się co roku

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " coroczny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "coroczny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη