Μετάφραση του "cudzy" σε Ελληνικά
Το ξένος είναι η μετάφραση του "cudzy" σε Ελληνικά.
cudzy
adjective
masculine
γραμματική
należący do kogoś innego [..]
-
ξένος
noun masculinenależący do kogoś innego
I ten ból głowy od noszenia cudzych okularów.
Και να ο τρομερός πονοκέφαλος που φόρεσα ξένα γυαλιά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cudzy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη