Μετάφραση του "cwaniak" σε Ελληνικά

Οι αλεπού, υπεκφεύγων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cwaniak" σε Ελληνικά.

cwaniak Noun noun masculine γραμματική

pot. osoba potrafiąca radzić sobie w każdej sytuacji jak najmniejszym wysiłkiem, a nierzadko kosztem innych [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλεπού

    noun feminine
  • υπεκφεύγων

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cwaniak " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cwaniak" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη