Μετάφραση του "dać" σε Ελληνικά
Οι δίνω, αφήνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dać" σε Ελληνικά.
dać
verb
γραμματική
wręczyć, ofiarować coś (także przenośnie) komuś [..]
-
δίνω
verbΜεταφέρω την κατοχή (ενός αντικειμένου) σε κάποιον άλλο. [..]
Tom dał swojemu psu kość.
Ο Τομ έδωσε ένα κόκαλο στον σκύλο του.
-
αφήνω
verbpozwolić, umożliwić coś
Nie da ci spokoju, dopóki nie zaczniesz rysować.
Koίτα, δεv θα σε αφήσει ήσυχo αv δεv ζωγραφίσεις κάτι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dać " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "dać"
Φράσεις παρόμοιες με "dać" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κάλυψη δεδομένων
-
βάση δεδομένων ελέγχου ταυτότητας
-
σύνδεση δεδομένων
-
Τμήμα Web δόμησης στοιχείου εξωτερικών δεδομένων
-
Αναγνώσιμα από τη μηχανή δεδομένα
-
σειρά δεδομένων
-
βάση δεδομένων γραμματοκιβωτίου
-
προστασία δεδομένων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη