Μετάφραση του "dalszy" σε Ελληνικά
Το ακόμα είναι η μετάφραση του "dalszy" σε Ελληνικά.
dalszy
adjective
masculine
γραμματική
taki, który nastąpi jako kolejny; późniejszy [..]
-
ακόμα
adverbEuropa jest obecnie w dalszym ciągu w istotnym stopniu zależna od amerykańskich technologii.
Η Ευρώπη εξαρτάται, επί του παρόντος, ακόμη σημαντικά από τις αμερικανικές τεχνολογίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dalszy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dalszy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Χρονολόγιο του μακρινού μέλλοντος
-
ειδοποίηση συνέχισης
-
συνέπεια
-
Άπω Ανατολή
-
μακριά
-
απομακρυσμένος · κατά πολύ · μακριά · μακρινός
-
απών · μακριά
-
βάθος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη