Μετάφραση του "danina" σε Ελληνικά

Οι εισφορά, είσπραξη φόρου, φορολόγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "danina" σε Ελληνικά.

danina noun feminine γραμματική

hist. świadczenie obowiązkowe w naturze albo pieniężne składane przez poddanych rządzącemu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισφορά

    noun feminine

    Tylko straciłeś jednego demona, któremu musiałeś składać daninę.

    Απλώς έχεις έναν δαίμονα λιγότερο για να του κάνεις εισφορά.

  • είσπραξη φόρου

  • φορολόγηση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " danina " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "danina" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη