Μετάφραση του "dawny" σε Ελληνικά
Οι γέρος, παλαιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dawny" σε Ελληνικά.
dawny
adjective
masculine
γραμματική
mający miejsce dłuższy czas temu; pochodzący z odległych lat; sięgający dalekiej przeszłości [..]
-
γέρος
noun -
παλαιός
adjectiveWiele źródeł pisanych z dawnych czasów potwierdza również istnienie takich skojarzeń w przeszłości.
Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από πολυάριθμα παλαιά έγγραφα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dawny " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dawny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ζουζούνια
-
παλιότερος
-
από καιρό · προ πολλού
-
μια φορά κι έναν καιρό
-
άλλοτε
-
πρώην διοικητική χωρική οντότητα
-
από καιρό · προ πολλού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη