Μετάφραση του "debatowanie" σε Ελληνικά
Οι κουβέντα, λέξη, συζήτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "debatowanie" σε Ελληνικά.
debatowanie
noun
γραμματική
rzecz. odczas. od: debatowaćKategoria:Zerwane miękkie przekierowaniaKategoria:Język polski - rzeczowniki odczasownikowe [..]
-
κουβέντα
noun feminine -
λέξη
noun feminine -
συζήτηση
noun femininePrzywódcy długo debatowali też o handlu i równowadze między otwartością a ochroną.
Επιπλέον, οι ηγέτες πραγματοποίησαν μακρά συζήτηση σχετικά με το εμπόριο και την ισορροπία μεταξύ διαφάνειας και προστασίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " debatowanie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη