Μετάφραση του "decydowanie" σε Ελληνικά
Οι απόφαση, συμπέρασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decydowanie" σε Ελληνικά.
decydowanie
Noun
noun
γραμματική
podejmowanie decyzji [..]
-
απόφαση
noun feminineO konieczności przeprowadzenia dodatkowej inspekcji decyduje właściwy organ na podstawie swojej fachowej oceny.
Η απόφαση διενέργειας πρόσθετης επιθεώρησης επαφίεται στην επαγγελματική κρίση της αρμόδιας αρχής.
-
συμπέρασμα
noun neuterJak wynika z poprzedniego punktu, pozwala ono słusznie uznać, że domniemanie wywierania decydującego wpływu nie zostało obalone.
Έτσι, όπως προκύπτει από την προηγούμενη σκέψη, ορθώς συνάγεται από τη διαπίστωση αυτή το συμπέρασμα ότι το τεκμήριο ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής δεν ανετράπη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decydowanie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "decydowanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξουσία λήψεως αποφάσεων
-
αποφασίζω · κρίνω
-
αποφασιστικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη