Μετάφραση του "deifikacja" σε Ελληνικά
Το αποθέωση είναι η μετάφραση του "deifikacja" σε Ελληνικά.
deifikacja
noun
feminine
γραμματική
rel. przypisywanie komuś lub czemuś boskich cech i właściwości, uznawanie komuś za boga;
-
αποθέωση
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deifikacja " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη