Μετάφραση του "deptak" σε Ελληνικά
Οι βαδίζω, περίπατος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "deptak" σε Ελληνικά.
deptak
noun
masculine
γραμματική
ulica, aleja lub plac tylko dla pieszych [..]
-
βαδίζω
verb -
περίπατος
noun masculineByliśmy na deptaku na Coney Island.
Κάναμε περίπατο στο Κόνι'Αιλαντ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " deptak " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "deptak"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη