Μετάφραση του "dharma" σε Ελληνικά

Οι ντάρμα, Ντάρμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dharma" σε Ελληνικά.

dharma noun feminine

filoz. w hinduizmie i buddyzmie: prawo karmiczne decydujące o życiu człowieka (prawo przyczyny i skutku); [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ντάρμα

    Ale karma to przecież tylko takie wyrażenie dharmy.

    Δεν είναι μια απλή έκφραση του ντάρμα;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dharma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Dharma
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ντάρμα

    Do tego, do czego służy sprzęt w pozostałych stacjach Dharmy.

    Σε ό, τι χρησιμεύουν όλοι οι σταθμοί της Ντάρμα.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dharma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη