Μετάφραση του "diagram" σε Ελληνικά

Οι διάγραμμα, πίνακας, Διάγραμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diagram" σε Ελληνικά.

diagram noun masculine γραμματική

graficzna, schematyczna ilustracja czegoś, np. struktury, idei, procesu, wartości; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάγραμμα

    noun neuter

    wykres, schemat [..]

    Krótko mówiąc, diagramy Voronoi dzielą powierzchnię wokół restauracji na komórki.

    Έτσι με πολύ απλά λόγια, το διάγραμμα Βορονόι χωρίζει τις περιοχές γύρω από τα εστιατόρια σε κελιά.

  • πίνακας

    noun masculine

    Niektórzy lekarze posługują się diagramem pokazującym minimalną i maksymalną wagę w zależności od budowy ciała danej osoby.

    Μερικοί γιατροί χρησιμοποιούν πίνακες που δείχνουν το ελάχιστο και το μέγιστο βάρος ανάλογα με το σκελετό κάποιου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diagram " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Diagram
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διάγραμμα

    Diagram dotyczący szkoleń w ramach systemu zarządzania środowiskowego

    Διάγραμμα ροής της εκπαίδευσης στο πλαίσιο του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης

Εικόνες με "diagram"

Φράσεις παρόμοιες με "diagram" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diagram" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη