Μετάφραση του "diploid" σε Ελληνικά

Το διπλοειδή είναι η μετάφραση του "diploid" σε Ελληνικά.

diploid noun masculine

Komórka o dwóch zespołach chromosomów [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διπλοειδή

    — nasiona wielokiełkowe odmian, których procent diploidów jest większy od 85 %

    — Σπόροι προς σπορά πολύσπερμοι, ποικιλιών των οποίων το ποσοστό σε διπλοειδή υπερβαίνει το 85

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diploid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diploid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη