Μετάφραση του "dokument" σε Ελληνικά

Οι έγγραφο, τεκμήριο, χαρτί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dokument" σε Ελληνικά.

dokument noun masculine γραμματική

materiał w postaci papierowej potwierdzający coś; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • έγγραφο

    noun neuter

    materiał w postaci papierowej potwierdzający coś;

    Kody przekazu dla dwóch kategorii są przedstawione przez Eurostat w dokumencie wdrożeniowym.

    Οι κωδικοί διαβίβασης για τις δύο κατηγορίες καθορίζονται από την Eurostat σε σχετικό έγγραφο εφαρμογής.

  • τεκμήριο

    noun neuter

    Dokonanie płatności należy udowodnić poprzez wysłanie dokumentu potwierdzającego.

    Το αποδεικτικό αποστολής της απόδειξης πληρωμής αποτελεί τεκμήριο πληρωμής.

  • χαρτί

    noun neuter

    Jeśli coś kupili lub sprzedali, to muszą być jakieś dokumenty.

    Εάν αυτοί οι άνθρωποι αγόρασαν, πούλησαν ή συμμετείχαν πουθενά, θα υπάρχει έστω και ένα χαρτί κάπου.

  • χαρτιά

    noun

    przedmiot poświadczający jakiś stan rzeczy

    Ogarnia mnie silne przeczucie, że już nigdy nie powrócisz do picia alkoholu, podrę więc te dokumenty”.

    Δεν πιστεύω ότι θα πιεις ποτέ ξανά και εγώ θα σκίσω αυτά τα χαρτιά».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dokument " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dokument"

Φράσεις παρόμοιες με "dokument" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dokument" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη