Μετάφραση του "donosiciel" σε Ελληνικά

Οι καταδότης, καρφί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "donosiciel" σε Ελληνικά.

donosiciel Noun noun masculine γραμματική

ten, kto donosi [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταδότης

    noun masculine

    ten, kto donosi

    Ponieważ nie jestem służalczym donosicielem, fuszerującym plany moich zwierzchników.

    Διότι δεν είμαι ένας δουλοπρεπής καταδότης, που χαλάω τα σχέδια των ανωτέρων μου.

  • καρφί

    noun

    καταδότης

    Tu nie chodzi o bycie kapusiem czy donosicielem.

    Δεν έχει να κάνει με το αν είσαι καρφί ή κάτι τέτοιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " donosiciel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "donosiciel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη