Μετάφραση του "dopisek" σε Ελληνικά
Οι υστερόγραφο, σημείωση, σχολιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dopisek" σε Ελληνικά.
dopisek
Noun
noun
masculine
γραμματική
dodatkowa, krótka informacja dodana do uprzednio istniejącego tekstu [..]
-
υστερόγραφο
noun neuter -
σημείωση
noun feminineTa sama umowa zawiera ręczny dopisek przy słowach „Wysokość wynagrodzenia”:
Στην ίδια σύμβαση περιέχεται χειρόγραφη σημείωση δίπλα στις λέξεις «Ύψος αμοιβής», κατά την οποία:
-
σχολιασμός
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dopisek " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη