Μετάφραση του "dyktando" σε Ελληνικά

Οι ορθογραφία, υπαγόρευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dyktando" σε Ελληνικά.

dyktando noun neuter γραμματική

eduk. ćwiczenie ortograficzne polegające na zapisywaniu dyktowanej treści [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορθογραφία

    noun feminine

    Martine nigdy by nie dała nam takiego dyktanda.

    Η Μαρτίν ποτέ δε θα διάλεγε τέτοια ορθογραφία.

  • υπαγόρευση

    noun

    Dlatego z przykrością uprzedzam, że dyktando będzie długie, bardzo długie.

    Με λύπη σας πληροφορώ ότι αυτή η υπαγόρευση θα είναι πολύ-πολύ μεγάλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dyktando " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dyktando" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη