Μετάφραση του "dyletant" σε Ελληνικά

Οι ερασιτέχνης, ερασιτέχνις, λαϊκός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dyletant" σε Ελληνικά.

dyletant Noun noun masculine γραμματική

człowiek zajmujący się jakąś dziedziną, nie znając się na niej, bez odpowiedniego przygotowania

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερασιτέχνης

    noun

    Da Vinci jest zwykłym dyletantem.

    Ο ΝταΒίντσι είναι απλός ερασιτέχνης.

  • ερασιτέχνις

  • λαϊκός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dyletant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dyletant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη