Μετάφραση του "dynamometr" σε Ελληνικά

Το δυναμόμετρο είναι η μετάφραση του "dynamometr" σε Ελληνικά.

dynamometr noun masculine

przyrząd do mierzenia siły [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυναμόμετρο

    noun neuter

    Badanie przeprowadza się na silniku zamocowanym na stanowisku pomiarowym i połączonym z dynamometrem.

    Η δοκιμή διενεργείται με τον κινητήρα στερεωμένο επάνω σε τράπεζα δοκιμών και συνδεδεμένο με δυναμόμετρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dynamometr " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dynamometr" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη