Μετάφραση του "dyptyk" σε Ελληνικά

Το δίπτυχο είναι η μετάφραση του "dyptyk" σε Ελληνικά.

dyptyk noun masculine γραμματική

rel. dwuczęściowy, dwuskrzydłowy ołtarz [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • δίπτυχο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dyptyk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "dyptyk"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dyptyk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη