Μετάφραση του "eklezjasta" σε Ελληνικά
Οι ιερωμένος, ρασοφόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eklezjasta" σε Ελληνικά.
eklezjasta
noun
masculine
Przedstawiciel kleru [..]
-
ιερωμένος
noun -
ρασοφόρος
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " eklezjasta " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη