Μετάφραση του "ekspansja" σε Ελληνικά

Οι επέκταση, ανάπτυγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ekspansja" σε Ελληνικά.

ekspansja Noun noun feminine γραμματική

rozprzestrzenianie się czegoś na jakimś obszarze [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • επέκταση

    noun feminine

    Niewątpliwie każda ewentualna ekspansja przedsiębiorstw konkurencyjnych jest jeszcze trudniejsza, a nawet niemożliwa.

    Αναπόφευκτα, κάθε ενδεχόμενη επέκταση των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων θα καταστεί ακόμη δυσχερέστερη, αν όχι αδύνατη.

  • ανάπτυγμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ekspansja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ekspansja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη