Μετάφραση του "elewator" σε Ελληνικά

Το ασανσέρ είναι η μετάφραση του "elewator" σε Ελληνικά.

elewator Noun noun masculine γραμματική

duży skład zbożowy [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασανσέρ

    noun neuter

    Jeżeli nie chcesz przez rok dostawać paczek z jej głową, stopami i innymi rzeczami, spotkaj się ze mną przy starym elewatorze zbożowym.

    Αν δεν θέλεις για του χρόνου να παραλαμβάνεις πακέτα... με διάφορα μέλη του σώματος της συνάντησε με στο παλιό ασανσέρ σιτηρών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " elewator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "elewator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη