Μετάφραση του "emancypacja" σε Ελληνικά

Το χειραφέτηση είναι η μετάφραση του "emancypacja" σε Ελληνικά.

emancypacja Noun noun feminine γραμματική

społ. uwolnienie się od zależności i zdobycie lepszej pozycji w strukturze społecznej [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • χειραφέτηση

    noun feminine

    uwolnienie (się) od zależności w sferze społecznej i politycznej oraz moralnych i towarzyskich konwenansów

    Jednak mogło tak być także ze względu na mniejszą emancypację wśród Hutu.

    Ωστόσο, αυτό μπορεί να οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι η χειραφέτηση μεταξύ των Χούτου ήταν λιγότερο διαδεδομένη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " emancypacja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "emancypacja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη