Μετάφραση του "emir" σε Ελληνικά

Οι αμιράλιος, εμίρης, Εμίρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "emir" σε Ελληνικά.

emir noun masculine γραμματική

tytuł książęcy przysługujący władcom w państwach arabskich [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμιράλιος

  • εμίρης

    noun masculine

    Mój brat, emir, dał mi pozwolenie, bym zajął się tym wedle mojego uznania.

    Ο αδερφός μου, ο Εμίρης, μου έδωσε άδεια να ρυθμίσω την κατάσταση όπως εγώ κρίνω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " emir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Emir γραμματική

imię męskie pochodzenia arabskiego

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εμίρης

    To nie był Emir.

    Δεν ήταν ο Εμίρης.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "emir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη