Μετάφραση του "era" σε Ελληνικά
Οι εποχή, περίοδος, αιώνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "era" σε Ελληνικά.
hist. okres zapoczątkowany jakimś ważnym wydarzeniem - rzeczywistym lub legendarnym - który stanowi podstawę rachuby lat w kalendarzu. [..]
-
εποχή
noun femininegeol. jednostka podziału dziejów Ziemi; [..]
Ta era pozornie obfitych i tanich zasobów dobiega końca.
Αυτή η εποχή των φαινομενικά άφθονων και φθηνών πόρων φτάνει στο τέλος της.
-
περίοδος
noun femininegeol. jednostka podziału dziejów Ziemi; [..]
Niech ten znak będzie początkiem nowej ery, nowego królestwa, zjednoczonego i silnego.
Ας είναι αυτό το σημείο το ξεκίνημα μιας νέας περιόδου ενός νέου βασιλείου, ενωμένου και δυνατού.
-
αιώνας
noun masculineNastępna złota era ludzkich osiągnieć zaczyna się teraz.
Ο επόμενος χρυσός αιώνας των ανθρώπινων επιτευγμάτων ξεκινάει εδώ και τώρα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γεωλογική περίοδος
- γεωλογικός αιώνας
- ιστορική περίοδος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " era " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "era" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μ.χ.