Μετάφραση του "erekcja" σε Ελληνικά

Οι στύση, ανέγερση, οικοδόμηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erekcja" σε Ελληνικά.

erekcja Noun noun feminine γραμματική

fizj. seks. usztywnienie i powiększenie się niektórych narządów (np. prącia, łechtaczki, sutka) w wyniku zwiększonego ciśnienia krwi; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • στύση

    noun feminine

    fizj. seks. usztywnienie i powiększenie się niektórych narządów (np. prącia, łechtaczki, sutka) w wyniku zwiększonego ciśnienia krwi; [..]

    Jeśli erekcja trwa dłużej niż sześć godzin, dopływ krwi zostaje odcięty na stałe.

    Βλέπετε, όταν μια στύση κρατάει πάνω από έξι ώρες, η ροή του αίματος διακόπτεται οριστικά.

  • ανέγερση

    noun feminine

    książk. książkowy wniesienie, zbudowanie lub ufundowanie jakiejś budowli [..]

    Jest tak wytrzymały i długotrwały jak erekcja emeryta.

    Είναι τόσο αξιόπιστο όσο και ως μακράς διαρκείας όπως ανέγερση ενός συνταξιούχου.

  • οικοδόμηση

    noun feminine

    książk. wzniesienie, zbudowanie lub ufundowanie jakiejś budowli [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " erekcja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Erekcja
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Στύση

    Erekcji nie zniwelowały nawet leki.

    Η στύση του παρέμεινε, ακόμα και μετά τη χορήγηση φαρμάκων.

Εικόνες με "erekcja"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "erekcja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη