Μετάφραση του "eskalacja" σε Ελληνικά

Το κλιμάκωση είναι η μετάφραση του "eskalacja" σε Ελληνικά.

eskalacja Noun noun feminine γραμματική

stopniowe zwiększanie, potęgowanie się czegoś [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλιμάκωση

    feminine

    stopniowe zwiększanie, potęgowanie się czegoś

    Zdecydowanie potępiamy eskalację przemocy oraz popieramy reformy polityczne i społeczne w krajach leżących na południe od naszych granic.

    Καταδικάζουμε έντονα την κλιμάκωση της βίας και στηρίζουμε τις πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στη νότια γειτονιά μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eskalacja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eskalacja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη