Μετάφραση του "etan" σε Ελληνικά

Οι αιθάνιο, Αιθάνιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "etan" σε Ελληνικά.

etan noun masculine γραμματική

chem. związek organiczny z grupy alkanów, jeden ze składników gazu ziemnego; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιθάνιο

    noun neuter

    Wydaje mi się, że pomarańczowa mgła, jaką widziałeś, była złożona głównie z etanu.

    Πιστεύω πως η πορτοκαλί ομίχλη που είδες, είχε κύριο συστατικό το αιθάνιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " etan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Etan
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αιθάνιο

    związek chemiczny

    Wydaje mi się, że pomarańczowa mgła, jaką widziałeś, była złożona głównie z etanu.

    Πιστεύω πως η πορτοκαλί ομίχλη που είδες, είχε κύριο συστατικό το αιθάνιο.

Εικόνες με "etan"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "etan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη