Μετάφραση του "etnograf" σε Ελληνικά
Το εθνογράφος είναι η μετάφραση του "etnograf" σε Ελληνικά.
etnograf
noun
masculine
specjalista w dziedzinie etnografii [..]
-
εθνογράφος
noun m;fosoba zajmująca się etnografią
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " etnograf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη