Μετάφραση του "etykieta" σε Ελληνικά

Οι ετικέτα, επιγραφή, Savoir vivre είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "etykieta" σε Ελληνικά.

etykieta Noun noun feminine γραμματική

zbiór norm i zasad panujących w określonej grupie społecznej lub środowisku; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ετικέτα

    noun feminine

    Aby zapewnić poprawne plombowanie, musi ono zawierać co najmniej urzędową etykietę bądź urzędową plombę.

    Για να εξασφαλισθεί η σφράγιση, το σύστημα σφράγισης περιλαμβάνει τουλάχιστον μια επίσημη ετικέτα ή επίσημη σφραγίδα.

  • επιγραφή

    noun feminine

    Taka etykieta lub oznakowanie są odporne na zużycie.

    Η επιγραφή ή η χάραξη πρέπει να δύνανται να ανθίστανται στη χρήση.

  • Savoir vivre

  • τυπικότητα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " etykieta " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "etykieta"

Φράσεις παρόμοιες με "etykieta" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "etykieta" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη