Μετάφραση του "etylen" σε Ελληνικά

Το αιθυλένιο είναι η μετάφραση του "etylen" σε Ελληνικά.

etylen noun masculine γραμματική

chem. chemia, chemiczny , [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιθυλένιο

    noun neuter

    chem. chemia, chemiczny,

    Kopolimer dimetakrylanu etylenu z albo metakrylanem metylu albo metakrylanem dodecylu

    Συμπολυμερή διμεθακρυλικό αιθυλένιο και είτε μεθακρυλικό μεθυλο είτε μεθακρυλικό δωδεκυλο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " etylen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "etylen"

Φράσεις παρόμοιες με "etylen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "etylen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη