Μετάφραση του "eukaliptus" σε Ελληνικά

Οι ευκάλυπτος, δένδρο ευκάλυπτος, ξύλο ευκάλυπτου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eukaliptus" σε Ελληνικά.

eukaliptus Noun noun masculine γραμματική

dendr. Eucalyptus L'Hér., drzewo lub krzew o wiecznie zielonych liściach rosnące w Australii; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευκάλυπτος

    noun masculine

    Trwały eukaliptus to drzewo o naprawdę wszechstronnym zastosowaniu.

    Πράγματι, ο ανθεκτικός ευκάλυπτος είναι ένα δέντρο με πολλές και ποικίλες χρήσεις.

  • δένδρο ευκάλυπτος

    noun
  • ξύλο ευκάλυπτου

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eukaliptus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Eukaliptus
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ευκάλυπτος

    Do najwyższych należą eukaliptusy królewskie, kwitnące rośliny, które zazwyczaj osiągają wysokość około 75 metrów.

    Το ψηλότερο είναι ο Ευκάλυπτος ο βασιλεύων, ένα ανθοφόρο δέντρο του οποίου το ύψος είναι κατά μέσο όρο 75 μέτρα.

Εικόνες με "eukaliptus"

Φράσεις παρόμοιες με "eukaliptus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eukaliptus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη