Μετάφραση του "eunuch" σε Ελληνικά

Οι ευνούχος, ευνυχός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eunuch" σε Ελληνικά.

eunuch noun masculine γραμματική

mężczyzna z wyciętymi jądrami; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευνούχος

    noun masculine

    άνδρας του οποίου έχουν αφαιρεθεί οι όρχεις [..]

    Jednakże szczątki wskazują, że Bodhi nie był eunuchem, a prawdziwym mężczyzną.

    Αλλά το λείψανο δείχνει ότι ο Μπόντι δεν ήταν ευνούχος αλλά πραγματικός άντρας.

  • ευνυχός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eunuch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eunuch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη