Μετάφραση του "ewanielia" σε Ελληνικά
Οι εκκλησιαστικό δόγμα, θρησκευτικό δόγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ewanielia" σε Ελληνικά.
ewanielia
noun
feminine
ewangelia - część mszy, podczas której czyta się Ewangelię [..]
-
εκκλησιαστικό δόγμα
noun -
θρησκευτικό δόγμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ewanielia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Ewanielia
noun
Ewangelia - jedna z 4 ksiąg biblijnych Nowego Testamentu [..]
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Ewanielia" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Ewanielia στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη