Μετάφραση του "fach" σε Ελληνικά

Το επάγγελμα είναι η μετάφραση του "fach" σε Ελληνικά.

fach Noun noun masculine γραμματική

pot. zawód, profesja [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • επάγγελμα

    noun neuter

    Zwłaszcza, kiedy udajesz kogoś innego, żeby być wziętym na poważnie w swoim fachu.

    Ειδικά όταν προσποιείσαι ότι είσαι κάποιος άλλος μόνο και μόνο για να σε πάρουν σοβαρά στο επάγγελμα σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fach " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fach" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fach" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη