Μετάφραση του "fagot" σε Ελληνικά

Οι φαγκότο, βαρύαυλος, Φαγκότο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fagot" σε Ελληνικά.

fagot noun masculine γραμματική

muz. stroikowy, drewniany instrument dęty o niskiej skali; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • φαγκότο

    noun neuter

    muz. muzyka stroikowy, drewniany instrument dęty o niskiej skali; [..]

    Drugi fagot i puzony basowe razem z basami.

    Δεύτερο φαγκότο και μπάσα τρομπόνια με τους μπάσους.

  • βαρύαυλος

    noun masculine

    muz. stroikowy, drewniany instrument dęty o niskiej skali; [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fagot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Fagot
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φαγκότο

    dęty instrument muzyczny

    Drugi fagot i puzony basowe razem z basami.

    Δεύτερο φαγκότο και μπάσα τρομπόνια με τους μπάσους.

Εικόνες με "fagot"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fagot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη