Μετάφραση του "fan" σε Ελληνικά

Οι οπαδός, αερίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fan" σε Ελληνικά.

fan noun masculine γραμματική

pot. zagorzały wielbiciel czegoś lub kogoś;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • οπαδός

    noun masculine

    Kupiłem je tylko po to, bo wiedziałem, że jesteś fanem alternatywnego rocka.

    Tα αγόρασα μόνο επειδή ήξερα πως ήσουν οπαδός του εναλλακτικού ροκ.

  • αερίζω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη