Μετάφραση του "fantom" σε Ελληνικά
Οι φάντασμα, φάσμα, Φαντομάς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fantom" σε Ελληνικά.
fantom
Noun
noun
masculine
γραμματική
zjawa, przywidzenie [..]
-
φάντασμα
noun neuterNie chcę być jakimś fantomem, przynoszącym prezenty pod choinkę.
Δε θέλω να είμαι φάντασμα που εμφανίζεται με δώρα τα Χριστούγεννα.
-
φάσμα
noun neuter -
Φαντομάς
nounFantom jest w budynku.
Ο Φαντομάς είναι στο κτίριο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανύπαρκτος
- πνεύμα
- στοιχείο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fantom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "fantom"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη