Μετάφραση του "farmer" σε Ελληνικά

Το αγρότης είναι η μετάφραση του "farmer" σε Ελληνικά.

farmer noun masculine

roln. właściciel lub dzierżawca farmy w krajach anglosaskich

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγρότης

    noun masculine

    Jak maciora nie ma prosiaków, farmer boi się, że będzie głodował.

    Αν η γουρούνα δεν έχει γουρουνάκια, ο αγρότης φοβάται μήπως πεινάσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " farmer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "farmer"

Φράσεις παρόμοιες με "farmer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "farmer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη